Translation of "liquefiable" into Greek
υγροποιήσιμος is the translation of "liquefiable" into Greek.
liquefiable
adjective
grammar
Able to be liquefied. [..]
-
υγροποιήσιμος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "liquefiable" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "liquefiable" with translations into Greek
-
Υ.Φ.Α.: Υγροποιημένο Φυσικό Αέριο · Υγροποιημένο φυσικό αέριο
-
υγροποιημένο αέριο
-
Υγραέριο · υγραέριο
-
Υγροποιημένο φυσικό αέριο
-
λειώνω · ρευστοποιούμαι · ρευστοποιώ · τήκομαι · τήκω · υγροποιώ
-
λειώνω · ρευστοποιούμαι · ρευστοποιώ · τήκομαι · τήκω · υγροποιώ
-
λειώνω · ρευστοποιούμαι · ρευστοποιώ · τήκομαι · τήκω · υγροποιώ
Add example
Add