Translation of "living" into Greek
ζωντανός, ζωή, έμβιος are the top translations of "living" into Greek.
living
adjective
noun
verb
grammar
Present participle of live. [..]
-
ζωντανός
adjective masculinein use or existing [..]
Language is a living organism.
Η γλώσσα είναι ένας ζωντανός οργανισμός.
-
ζωή
noun femininestate of being alive
I think I could get used to living here.
Νομίζω ότι θα μπορούσα να συνηθίσω τη ζωή εδώ.
-
έμβιος
adjective masculinehaving life [..]
(f) 'stock' means a living aquatic resource that occurs in a given management area;
(στ) ως 'απόθεμα' νοείται ο έμβιος υδρόβιος πόρος που απαντάται σε μία δεδομένη περιοχή διαχείρισης.
-
Less frequent translations
- ζην
- επιούσιος
- ον
- ζωηρός
- διαβίωση
- βιοτικός
- έσοδο
- εισόδημα
- πρόσοδος
- ζωτικός
- ψωμί
- βιοπορισμός
- δραστήριος
- ενεργός
- ζωντάνια
- άρτος
- απαραίτητα
- ζων, ζώσα, ζων
- τρόπος ζωής
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "living" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "living" with translations into Greek
-
πρέπει να τρως για να ζήσεις, όχι να ζεις για να τρως
-
άκαυστος · άκαυτος · άσκαστος · αντέχω · βιώνω · διάγω τον βίο · διαμένω · εκρηκτικός · επιβιώνω · επιζώ · εύφλεκτος · ζω · ζωηρός · ζων · ζωντανά · ζωντανός · ηλεκτροφόρος · καταλαμβάνω · κατοικία · κατοικώ · λάιβ · μένω · περνώ · ρευματοφόρος · συντηρούμαι
-
Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας
-
παρ' το απόφαση
-
διαχειριστής Ζωντανής σύσκεψης
-
Ζήσε το η ασε το
-
Πρόγραμμα εγκατάστασης του Windows Live
Add example
Add