Translation of "loafing" into Greek
αδράνεια, απραξία, καθισιό are the top translations of "loafing" into Greek.
loafing
noun
verb
grammar
Present participle of loaf. [..]
-
αδράνεια
noun -
απραξία
noun -
καθισιό
noun -
τεμπελιά
noun
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "loafing" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "loafing" with translations into Greek
-
άρτος · καρβέλι · κοπροσκυλιάζω · τεμπελιάζω · φραντζόλα · φρατζόλα · χαζεύω · χασομερώ · ψωμί
-
χριστόψωμο
-
κάλλιο πέντε και στο χέρι, παρά δέκα και καρτέρει
-
καρδιά μαρουλιού
-
Λούφα και Παραλλαγή
-
βουνό κωνικού σχήματος
-
Λούφα και παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίo
-
άρτος · καρβέλι · κοπροσκυλιάζω · τεμπελιάζω · φραντζόλα · φρατζόλα · χαζεύω · χασομερώ · ψωμί
Add example
Add