Translation of "logistical" into Greek

πρακτικός, υλικοτεχνικός, τεχνικής φύσης are the top translations of "logistical" into Greek.

logistical adjective

Relating to logistics. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • πρακτικός

    It also raises logistical issues for the actual implementation of changes;

    Προκύπτουν επίσης θέματα διοικητικής υποστήριξης όσον αφορά την πρακτική εφαρμογή των αλλαγών·

  • υλικοτεχνικός

    preparations and careful logistics (service of equipment, logistical planning, agreements with local institutes, transport, etc

    προετοιμασίες και προσεκτική υλικοτεχνική υποστήριξη (συντήρηση του εξοπλισμού, υλικοτεχνικός προγραμματισμός, συμφωνίες με τοπικά ιδρύματα, μεταφορά κ.λπ

  • τεχνικής φύσης

    Such solutions could be of a technical, but also of a logistical nature.

    Αυτές οι λύσεις μπορεί να είναι τεχνικής φύσης ή να αφορούν τη διαχείριση υλικού.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "logistical" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "logistical" with translations into Greek

  • λογιστική · λογιστικός
  • -λόγή · -λόγος
  • διαχείριση διανομής (προϊόντων)
  • Επιμελητεία, διοικητική μέριμνα
  • Διοικητικής μέριμνας τρίτων
  • Διοικητικής μέριμνας τρίτων
  • αντίστροφη εφοδιαστική αλυσίδα
  • διακίνηση εμπορευμάτων ή προϊόντων · διαχείριση · διαχείριση υλικού · διοικητική μέριμνα · επιμελητεία · ολοκληρωμένη διαχείριση μεταφορών · προγραμματισμός · υλικοτεχνική υποστήριξη
Add

Translations of "logistical" into Greek in sentences, translation memory