Translation of "looming" into Greek
απειλητικός, διαφαινόμενος, επαπειλούμενος are the top translations of "looming" into Greek.
looming
noun
verb
grammar
Present participle of loom. [..]
-
απειλητικός
adjective -
διαφαινόμενος
There may be great worlds like Jupiter looming in other skies.
Μπορεί να υπάρχουν μεγάλοι κόσμοι, όπως ο Δίας διαφαινόμενοι σε άλλους ουρανούς.
-
επαπειλούμενος
Severe malnutrition and looming famine in Nigeria, Somalia, South Sudan and Yemen (debate)
Σοβαρός υποσιτισμός και επαπειλούμενος λιμός στη Νιγηρία, στη Σομαλία, στο Νότιο Σουδάν και στην Υεμένη (συζήτηση)
-
Less frequent translations
- επερχόμενος
- επικείμενος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "looming" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "looming" with translations into Greek
-
Αργαλειός · απειλώ · αργαλειός · διαγράφομαι · διαφαίνομαι · ενόψει τής επικείμενης · επίκειμαι · επαπειλούμαι · ιστός · ξεπροβάλλω · ορθώνομαι · πλησιάζω · προβάλλω απειλητικά · υψώνομαι · φαντάζω
-
αιωρούμαι πάνω από · βαραίνω πάνω από, σε · εμφανίζομαι απειλητικά · επαπειλώ · επικρέμομαι απειλητικά πάνω από · επισκιάζω · κρέμομαι πάνω από · μετεωρίζομαι πάνω από · ορθώνομαι απειλητικά πάνω από · πλήττω · πλανιέμαι πάνω · υψώνομαι πάνω από
-
Περίβλημα
-
αργαλειός
-
εμφανίζομαι
-
θεριεύω · φαντάζω τεράστιος
-
θεριεύω · φαντάζω τεράστιος
Add example
Add