Translation of "madding" into Greek
τρελός is the translation of "madding" into Greek.
madding
adjective
verb
(archaic): Affected with madness; raging; furious. [..]
-
τρελός
adjective masculineWhat do you think madness is?
Τι νομίζεις πως σημαίνει ότι είναι κάποιος τρελός;
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "madding" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "madding" with translations into Greek
-
θυμός · μανία · οργή · παραλογισμός · παραφροσύνη · τρέλα · τρέλλα · φρενοβλάβεια
-
μανία αυτοκαταστροφής
-
για δέσιμο · θεότρελος
-
Αποκωδικοποιητής ήχου MPEG
-
λύσσα
-
έξαλλος · ανόητος · αποκλίνων · εξαγριωμένος · εξοργισμένος · θυμωμένος · λυσσασμένος · μανιακός · παλαβός · παράφρονας · παράφρων · τρελλός · τρελός · φρενοβλαβής
-
τρελός
-
τρελαίνομαι
Add example
Add