Translation of "mandatory" into Greek
υποχρεωτικός, επιτακτικός, αναγκαστικός are the top translations of "mandatory" into Greek.
Obligatory; required or commanded by authority. [..]
-
υποχρεωτικός
adjective masculineobligatory
Second, the ‘mandatory nature’ may also refer to the territorial scope of the protection stemming from the directive.
Δεύτερον, ο «υποχρεωτικός χαρακτήρας» μπορεί να αναφέρεται στο εδαφικό πεδίο εφαρμογής της προστασίας που απορρέει από την οδηγία.
-
επιτακτικός
adjectiveThose are the limits to the mandatory nature of the annex as contended for by the defendant .
Μέχρις αυτού του σημείου εκτείνεται ο επιτακτικός χαρακτήρας του παραρτήματος, τον οποίο επικαλείται η καθής.
-
-
Less frequent translations
- προστακτικός
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "mandatory" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
-
Υποχρεωτικός
Mandatory separation of proprietary trading
Υποχρεωτικός διαχωρισμός των δραστηριοτήτων διαπραγμάτευσης για ίδιο λογαριασμό
Phrases similar to "mandatory" with translations into Greek
-
υποχρεωτικό προφίλ χρήστη
-
περιορισμός επιτρεπτού προσδιοριστικού · υποχρεωτικός περιορισμός
-
υποχρεωτική ιδιότητα
-
υποχρεωτικές προδιαγραφές
-
περιορισμός επιβαλλόμενου προσδιοριστικού
-
υποχρεωτική στρατιωτική θητεία
-
υποχρεωτικό χαρακτηριστικό
-
υποχρεωτικές απαιτήσεις