Translation of "meanness" into Greek

μικροπρέπεια is the translation of "meanness" into Greek.

meanness noun grammar

(uncountable) The condition, or quality, of being mean; want of excellence; poorness; lowness; baseness; sordidness; stinginess. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • μικροπρέπεια

    I never suspected that there was a streak of pure meanness under it all.

    Ποτέ δε περίμενα ότι θα`κρυβε μια καθαρή μικροπρέπεια, από κάτω.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "meanness" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "meanness" with translations into Greek

  • Κανένα πρόβλημα · ασφαλώς · εξάπαντος
  • άγριος · άθλιος · άσχημος · αγενής · αδηφάγος · αποδεικνύει · απρεπής · ασήμαντος · γαμιστερός · δηλώνω · εννοεί · εννοώ · ευκαταφρόνητος · ευτελής · θέλω · ισοδυναμώ · και γαμώ · κακόβουλος · κακός · μέση · μέση τιμή · μέσο · μέσος · μέσος όρος · μέτριος · μίζερος · μικροπρεπής · μοχθηρός · ποταπός · προκύπτει · προμηνύω · προτίθεμαι · πρόστυχος · σημαίνει · σημαίνω · σκέπτομαι · σκέφτομαι · σκοπεύω · συνεπάγεται · τεκμαίρεται · τρόπος · τσιφούτης · φανερώνει · φαρμακόγλωσσα
  • η κακιά βασίλισσα
  • Μέσος χρόνος υπηρεσίας
  • Μέσος χρόνος υπηρεσίας
  • Μέσος χρόνος μεταξύ βλαβών
Add

Translations of "meanness" into Greek in sentences, translation memory