Translation of "mending" into Greek

καρίκωμα, επιδιόρθωση, φτιάξιμο are the top translations of "mending" into Greek.

mending noun verb grammar

Present participle of mend. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • καρίκωμα

    noun

    Seems to me you need a lot more mending than shirts.

    Μου φαίνεται ότι χρειάζεσαι καρίκωμα εσύ παρά τα πουκάμισα.

  • επιδιόρθωση

    noun feminine

    It is a privilege to volunteer our time to assist in cleaning as well as “to mend and repair” our place of worship.

    Είναι προνόμιο να προσφέρουμε εθελοντικά το χρόνο μας για να συμβάλλουμε στην καθαριότητα καθώς και “στην επιδιόρθωση και στην επισκευή” του τόπου της λατρείας μας.

  • φτιάξιμο

    Dr Wallis wants this mended right away.

    Ο δρ. Γουάλιs θέλει να πάω αυτό για φτιάξιμο.

  • Less frequent translations

    • ρύθμιση
    • εργασία αποκατάστασης
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "mending" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "mending" with translations into Greek

  • αναρρώνω · αποκαθιστώ · βελτιώνομαι · βελτιώνω · γιατρεύομαι · διορθώνω · επιδιορθώνω · επιδιόρθωση · επισκευάζω · επισκευή · επουλώνομαι · εργασία αποκατάστασης · θεραπεύομαι · καρίκωμα · μπαλώνω · ρύθμιση
  • Μένδης
  • Αναρρώνει
  • επισκευάζω
  • αναρρώνω · αποκαθιστώ · βελτιώνομαι · βελτιώνω · γιατρεύομαι · διορθώνω · επιδιορθώνω · επιδιόρθωση · επισκευάζω · επισκευή · επουλώνομαι · εργασία αποκατάστασης · θεραπεύομαι · καρίκωμα · μπαλώνω · ρύθμιση
  • αναρρώνω · αποκαθιστώ · βελτιώνομαι · βελτιώνω · γιατρεύομαι · διορθώνω · επιδιορθώνω · επιδιόρθωση · επισκευάζω · επισκευή · επουλώνομαι · εργασία αποκατάστασης · θεραπεύομαι · καρίκωμα · μπαλώνω · ρύθμιση
  • αναρρώνω · αποκαθιστώ · βελτιώνομαι · βελτιώνω · γιατρεύομαι · διορθώνω · επιδιορθώνω · επιδιόρθωση · επισκευάζω · επισκευή · επουλώνομαι · εργασία αποκατάστασης · θεραπεύομαι · καρίκωμα · μπαλώνω · ρύθμιση
  • αναρρώνω · αποκαθιστώ · βελτιώνομαι · βελτιώνω · γιατρεύομαι · διορθώνω · επιδιορθώνω · επιδιόρθωση · επισκευάζω · επισκευή · επουλώνομαι · εργασία αποκατάστασης · θεραπεύομαι · καρίκωμα · μπαλώνω · ρύθμιση
Add

Translations of "mending" into Greek in sentences, translation memory