Translation of "mess" into Greek

ακαταστασία, χάος, ανακατωσούρα are the top translations of "mess" into Greek.

mess verb noun grammar

(obsolete) Mass; church service. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • ακαταστασία

    noun feminine

    Less mess than drilling holes like Dahmer did.

    Λιγότερη ακαταστασία από το να ανοίγεις τρύπες όπως έκανε ο Dahmer.

  • χάος

    noun neuter

    Stefan, she made it very clear that if we mess with her she's gonna retaliate.

    Stefan, έκανε πολύ σαφές ότι αν το χάος με την που είναι gonna αντίποινα.

  • ανακατωσούρα

    noun feminine

    And now, to return to our proper timeline and erase this mess.

    Και τώρα για να γυρίσουμε στην κανονική εποχή μας θα διορθώσω αυτή την ανακατωσούρα.

  • Less frequent translations

    • αταξία
    • φαγητό
    • φασαρία
    • κυκεώνας
    • κάνω
    • μπέρδεμα
    • μαντάρα
    • ακαθαρσία
    • βρομίζω
    • βρομιά
    • κάνω χάλια
    • λερώνω
    • μπάχαλο
    • χάλι
    • χάλια
    • αχούρι
    • ράκος
    • σύγχυση
    • αδιέξοδο
    • συσσίτιο
    • συντρώγω
    • κουλουβάχατα
    • φουρνιά
    • μπέρδεμα, χάλι
    • της μουρλής, τρελής, παλαβής
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "mess" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Images with "mess"

Phrases similar to "mess" with translations into Greek

  • χάλια
  • Τα έκανες θάλασσα! · Ωραία τα κατάφερες!
  • τα κάνω σαλάτα
  • ανάστα
  • ένα ερείπιο · ένα μάτσο χάλια · ένα ψυχικό και σωματικό ράκος · έχω το μαύρο μαύρο μου το χάλι · είμαι (στα) χάλια (μου) · σε κακό χάλι · σε πλήρη σύγχυση · σε χαώδη κατάσταση · το απόλυτο χάος
  • μπλέκω με κπ
  • δεν μπλέκει
  • κάνω κτ χάλια
Add

Translations of "mess" into Greek in sentences, translation memory