Translation of "motivated" into Greek
δραστηριοποιημένος, ορμώμενος, υποκινημένος are the top translations of "motivated" into Greek.
motivated
adjective
verb
grammar
Enthusiastic, especially about striving toward a goal [..]
-
δραστηριοποιημένος
-
ορμώμενος
-
υποκινημένος
-
υποκινούμενος
Cain, Adam’s firstborn son, motivated by envious hatred, murdered his righteous brother Abel.
Ο Κάιν, ο πρωτότοκος γιος του Αδάμ, υποκινούμενος από φθονερό μίσος, δολοφόνησε το δίκαιο αδελφό του τον Άβελ.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "motivated" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "motivated" with translations into Greek
-
ταπεινό ελατήριο
-
ενθάρρυνση
-
πολιτικό κίνητρο
-
απώτερο κίνητρο · απώτερος σκοπός · δόλος · υστεροβουλία
-
κινητρο(α)
-
παρακινητικός ομιλητής
-
αιτιολογικό των διοικητικών πράξεων · αιτιολόγηση των διοικητικών πράξεων
-
εμψυχωτικά αποφθέγματα
Add example
Add