Translation of "mourn" into Greek
θρηνώ, λυπούμαι, πενθώ are the top translations of "mourn" into Greek.
mourn
verb
noun
grammar
To express sadness or sorrow for; to grieve over (especially a death). [..]
-
θρηνώ
verbμτβ. (+αιτ.) και αμτβ. (+πρόθ. για {+αιτ.})
I'd rather love you as mortal daughters than have to mourn you as dead witches.
Θα προτιμούσα να σας αγαπώ σαν θνητές κόρες παρά να σας θρηνώ ως νεκρές μάγισσες.
-
λυπούμαι
verbThen I mourn for her once more.
Τότε την λυπάμαι για ακόμα μια φορά.
-
πενθώ
I happen to have been wearing mourning for my husband.
Συμβαίνει να το φοράω επειδή πενθώ το σύζηγό μου.
-
Less frequent translations
- κλαίω
- θρηνολογώ
- θρηνωδώ
- οδύρομαι
- ολοφύρομαι
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "mourn" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "mourn" with translations into Greek
-
πένθιμο περιβραχιόνιο
-
θρηνώ τον θάνατο [+Γεν.] · πενθώ το χαμό [+Γεν.]
-
εθνική ημέρα πένθους
-
Πένθος · θρήνος · κλαυθμός · οδυρμός · οδύνη · οιμωγή · ολοφυρμός · πένθιμος · πένθος
-
αγέλαστος · γοερός · ζοφερός · λυπημένος · λυπηρός · μακάβριος · πένθιμος
-
Πένθος · θρήνος · κλαυθμός · οδυρμός · οδύνη · οιμωγή · ολοφυρμός · πένθιμος · πένθος
-
Πένθος · θρήνος · κλαυθμός · οδυρμός · οδύνη · οιμωγή · ολοφυρμός · πένθιμος · πένθος
Add example
Add