Translation of "mover" into Greek

μεταφορέας, ταγός, διαμορφωτής τών εξελίξεων are the top translations of "mover" into Greek.

mover noun grammar

Someone who or something which moves. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • μεταφορέας

    Noun

    Every mover, plumber and mailman in this city has worked in multiple buildings where crimes have been committed.

    Κάθε μεταφορέας, υδραυλικός και ταχυδρόμος της πόλης έχει δουλέψει σε πολλά κτίρια που έχουν διαπραχθεί εγκλήματα.

  • ταγός

  • διαμορφωτής τών εξελίξεων

  • παράγοντας αλλαγής

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "mover" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "mover" with translations into Greek

  • κινητήρια δύναμη · κινούν αίτιο · κύριος υποκινητής · πρωταίτιος · πρωτεργάτης · πρωτουργός · πρώτο αίτιο
  • γνωστός και μη εξαιρετέος · υποκινητής
  • κυλιόμενος διάδρομος · κυλιόμενος τάπητας
  • μηχάνημα εκσκαφής · χωματουργικό μηχάνημα
  • το πλεονέκτημα του πρωτοπόρου
Add

Translations of "mover" into Greek in sentences, translation memory