Translation of "moving" into Greek

συγκινητικός, κίνηση, κινητός are the top translations of "moving" into Greek.

moving adjective noun verb grammar

(no comparative or superlative) That moves or move. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • συγκινητικός

    adjective

    Even our most difficult challenges will add rich plaintive tones and moving motifs.

    Ακόμη και οι μεγαλύτερες δυσκολίες μας θα προσθέσουν πλούσιους θρηνητικούς τόνους και συγκινητικά μοτίβα.

  • κίνηση

    noun feminine

    Therefore, I anticipate her next move to be more logical than emotional.

    Έτσι προβλέπω η επόμενη κίνησή της να είναι πιο λογική παρά συναισθηματική.

  • κινητός

    adjective

    Internal moving parts may be operated slowly, where this is possible.

    Τα εσωτερικά κινητά μέρη μπορεί να λειτουργούν αργά, όταν κάτι τέτοιο είναι δυνατό.

  • Less frequent translations

    • μετακόμιση
    • κινούμενος
    • κυλιόμενος
    • μετατόπιση
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "moving" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Images with "moving"

Phrases similar to "moving" with translations into Greek

  • απομακρύνω από την πορεία του · εκτρέπω από την πορεία του · εκτροχιάζω
  • έχω ζήτηση · αλλάζω θέση · αλλαγή θέσης · βάζω · δραστηριοποιώ · ενέργει · ενεργώ · κίνηση · κινούμαι · κινώ · κουνάω · κουνιέμαι · μέτρο · μετακίνηση · μετακινώ · μετακομίζω · μετακόμιση · μετατοπίζω · μεταφορά · μετεγκατάσταση · μετοικίζω · μετοικώ · παρακινώ · πηγαίνω · πουλάω · πουλιέμαι · προτείνω · προτρέπω · προχωρώ · ρίχνω · συγκινώ · τραβώ, τραβιέμαι · υποβάλλω πρόταση στη Βουλή
  • γεγονός πρωτοφανές
  • Προσαρμοστική ανίχνευση κινούμενου στόχου
  • προχωράω μπροστά
  • Μετακίνηση επαφής σε
  • Ανίχνευση κινούμενου στόχου
Add

Translations of "moving" into Greek in sentences, translation memory