Translation of "muddiness" into Greek

αναστάτωση, αταξία are the top translations of "muddiness" into Greek.

muddiness noun grammar

The characteristic of being muddy. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • αναστάτωση

    noun
  • αταξία

    noun
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "muddiness" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "muddiness" with translations into Greek

  • λασπόνερο
  • θολώνω τα νερά
  • ακαταλαβίστικος · ασαφής · βορβορώδης · βρόμικος · θολός · θολώνω · καθιστώ ασαφή · λασπωμένος · λασπώδης · λασπώνω · μπερδεμένος · σκούρος
  • ακαταλαβίστικος · ασαφής · βορβορώδης · βρόμικος · θολός · θολώνω · καθιστώ ασαφή · λασπωμένος · λασπώδης · λασπώνω · μπερδεμένος · σκούρος
  • λασπόνερο
  • ακαταλαβίστικος · ασαφής · βορβορώδης · βρόμικος · θολός · θολώνω · καθιστώ ασαφή · λασπωμένος · λασπώδης · λασπώνω · μπερδεμένος · σκούρος
  • ακαταλαβίστικος · ασαφής · βορβορώδης · βρόμικος · θολός · θολώνω · καθιστώ ασαφή · λασπωμένος · λασπώδης · λασπώνω · μπερδεμένος · σκούρος
  • ακαταλαβίστικος · ασαφής · βορβορώδης · βρόμικος · θολός · θολώνω · καθιστώ ασαφή · λασπωμένος · λασπώδης · λασπώνω · μπερδεμένος · σκούρος
Add

Translations of "muddiness" into Greek in sentences, translation memory