Translation of "named" into Greek
με το όνομα, ονοματισμένος, που ακούει στο όνομα are the top translations of "named" into Greek.
named
adjective
verb
grammar
Having a name. [..]
-
με το όνομα
-
ονοματισμένος
The named place that this address area name represents.
Ο ονοματισμένος τόπος τον οποίο αναπαριστά η συγκεκριμένη ονομασία περιοχής διεύθυνσης.
-
που ακούει στο όνομα
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "named" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "named" with translations into Greek
-
βαπτιστικό · βαφτιστικό όνομα · μικρό · μικρό όνομα · πρώτο · όνομα
-
όνομα χρήστη των Windows
-
ενδεικτικά
-
όνομα συσκευής
-
αίγλη · κατονομάζω · ονομάζω · ονομασία · προσωνυμία · υπόληψη · φήμη · όνομα
-
διασύρω (κπ) δημόσια · λασπολογώ εναντίον, κατά, σε βάρος [+Γεν.] · σπιλώνω την υπόληψη (+Γεν.)
-
ονοματίζω κπ
Add example
Add