Translation of "neatness" into Greek

καθαριότητα, καθαρότητα, κομψότητα are the top translations of "neatness" into Greek.

neatness noun grammar

The state of being neat. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • καθαριότητα

    noun

    We expect a general neatness of appearance and comportment.

    Περιμένουμε μια γενική καθαριότητα του εμφάνιση και συμπεριφορά.

  • καθαρότητα

  • κομψότητα

    noun

    She has the bluest, bluest eyes, the sweetest little mouth, and everything about her is neat, delicate.

    Έχει τα πιο γαλάζια μάτια, το μικρότερο στοματάκι τη χαρακτηρίζει γούστο και κομψότητα.

  • Less frequent translations

    • τάξη
    • νοικοκυροσύνη
    • απλότητα
    • υγεία
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "neatness" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "neatness" with translations into Greek

  • ακριβής · επιδέξιος · καθαρός · καλοφτιαγμένος · κομψός · κόσμιος · νοικοκυρεμένος · περιποιημένος · πετυχημένος · σκέτος · τακτικός · φροντισμένος
  • πεντακάθαρος · πολύ περιποιημένος
  • ακριβής · επιδέξιος · καθαρός · καλοφτιαγμένος · κομψός · κόσμιος · νοικοκυρεμένος · περιποιημένος · πετυχημένος · σκέτος · τακτικός · φροντισμένος
  • ακριβής · επιδέξιος · καθαρός · καλοφτιαγμένος · κομψός · κόσμιος · νοικοκυρεμένος · περιποιημένος · πετυχημένος · σκέτος · τακτικός · φροντισμένος
Add

Translations of "neatness" into Greek in sentences, translation memory