Translation of "notability" into Greek
σπουδαιότητα, διασημότητα, προσωπικότητα are the top translations of "notability" into Greek.
notability
noun
grammar
(uncountable) The quality or state of being notable or eminent [..]
-
σπουδαιότητα
noun -
διασημότητα
noun -
προσωπικότητα
noun feminine -
σοβαρότητα
noun
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "notability" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "notability" with translations into Greek
-
διακρίνομαι για
-
αισθητός · αξιοσημείωτος · αξιόλογος · διαπρεπής · εξαίρετος · ξεχωριστός · σημαντικός
-
ειδικά · ιδιαίτερα · ιδιαιτέρως · κυρίως · σημαντικά
-
Βικιπαίδεια:Εγκυκλοπαιδικότητα
-
αισθητός · αξιοσημείωτος · αξιόλογος · διαπρεπής · εξαίρετος · ξεχωριστός · σημαντικός
-
αισθητός · αξιοσημείωτος · αξιόλογος · διαπρεπής · εξαίρετος · ξεχωριστός · σημαντικός
Add example
Add