Translation of "obscurity" into Greek
ασάφεια, αφάνεια, ασημότητα are the top translations of "obscurity" into Greek.
The state of being unknown; a thing that is unknown [..]
-
ασάφεια
noun feminineThe quality of being difficult to understand; a thing that is difficult to understand
Paolo, some things are best left in the obscurity you find them in.
Πάολο, κάποια πράγματα καλύτερα να τ αφήνεις στην ασάφεια που τα βρήκες.
-
αφάνεια
feminineThe state of being unknown; a thing that is unknown
The love of a Princess for a monster coming from the obscurity.
Η αγάπη της πριγκίπισσας για ένα τέρας προέρχεται από την αφάνεια.
-
ασημότητα
feminineThe state of being unknown; a thing that is unknown
Well, Sir Guy, I take it you want us to step back into obscurity.
Απ'ό, τι κατάλαβα, σερ Γκάι, θέλετε να επιστρέψουμε στην ασημότητα.
-
Less frequent translations
- σκοτάδι
- σκότος
- θολότητα
- σκοτεινότητα
- ταπεινότητα
- αμαυρότητα
- απροσδιοριστία
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "obscurity" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "obscurity" with translations into Greek
-
με τρώει η μαρμάγκα · πέφτω στην αφάνεια
-
επισκίαση φωτισμού
-
απροσδιοριστία · ασάφεια
-
αμαυρά
-
άγνωστος · αβέβαιος · αγέλαστος · αδιευκρίνιστος · αινιγματώδης · ακατάληπτος · ακατανόητος · αμαυρός · ασαφης,αγνωστος,unclear · δυσνόητος · ζοφερός · θολώνω · καλύπτω · κρύβω · ομιχλώδης · σκεπάζω · σκοτεινός · στρυφνός · υποκρύπτω · ύποπτος
-
Σκίαση, απόκρυψη
-
συσκότιση
-
άγνωστος · αβέβαιος · αγέλαστος · αδιευκρίνιστος · αινιγματώδης · ακατάληπτος · ακατανόητος · αμαυρός · ασαφης,αγνωστος,unclear · δυσνόητος · ζοφερός · θολώνω · καλύπτω · κρύβω · ομιχλώδης · σκεπάζω · σκοτεινός · στρυφνός · υποκρύπτω · ύποπτος