Translation of "obsessively" into Greek
ιδεοληπτικά is the translation of "obsessively" into Greek.
obsessively
adverb
grammar
To an obsessive degree. [..]
-
ιδεοληπτικά
obsessively
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "obsessively" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "obsessively" with translations into Greek
-
εγωπαθής
-
αυταρέσκεια · αυτισμός · ναρκισσισμός · ομφαλοσκοπία · ωραιοπάθεια
-
έχω εμμονές με · αναλώνομαι σε · παθιάζομαι με
-
βασανίζω · κατατρύχω · κυριαρχώ
-
έχω εμμονές με · έχω πάθος με · μου γίνεται εμμονή
-
ψυχαναγκαστικός
-
-παθής · εμμονικός
-
έχω εμμονές με · έχω ψύχωση με κπ ή κτ · βασανίζομαι από · κατατρύχομαι από · μου καρφώνεται η ιδέα · παθαίνω εμμονή με · παθιάζομαι με
Add example
Add