Translation of "obtainment" into Greek
απόκτηση, επίτευξη are the top translations of "obtainment" into Greek.
obtainment
noun
grammar
The act of obtaining something; attainment [..]
-
απόκτηση
nounThe training of individual employees, e.g. with a view to obtaining a vocational qualification, is excluded
Αποκλείεται επίσης η περαιτέρω εκπαίδευση μεμονωμένων εργαζόμενων, π.χ. με σκοπό την απόκτηση πτυχίου για την άσκηση επαγγέλματος
-
επίτευξη
nounTherapeutic efficacy is lacking when it is concluded that therapeutic results cannot be obtained from the medicinal product.
Η θεραπευτική ενέργεια είναι ανύπαρκτη, όταν κρίνεται ότι το φάρμακο δεν επιτρέπει την επίτευξη θεραπευτικών αποτελεσμάτων.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "obtainment" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "obtainment" with translations into Greek
-
παίρνω άδεια
-
· αγοράζω · αγοράξω · αποκτήσετε · αποκτώ · βρίσκω · εξασφαλίζω · επικρατώ · πετυχαίνω · προμηθεύομαι · υπερισχύω
-
Αποκτώ
-
αποκτώ
-
εφικτός · προσιτός
-
· αγοράζω · αγοράξω · αποκτήσετε · αποκτώ · βρίσκω · εξασφαλίζω · επικρατώ · πετυχαίνω · προμηθεύομαι · υπερισχύω
-
· αγοράζω · αγοράξω · αποκτήσετε · αποκτώ · βρίσκω · εξασφαλίζω · επικρατώ · πετυχαίνω · προμηθεύομαι · υπερισχύω
-
αποκτώ
Add example
Add