Translation of "oneness" into Greek
ενότητα, ταυτότητα, μονάδα are the top translations of "oneness" into Greek.
(uncountable) State of being one or undivided; unity. [..]
-
ενότητα
noun feminineThis broader geographical unit may also feature on any literature and containers.
Αυτή η ευρύτερη γεωγραφική ενότητα μπορεί επίσης να αναγράφεται σε όλα τα ενημερωτικά φυλλάδια και τους περιέκτες.
-
ταυτότητα
noun feminineThe horse shall be identified by a passport and particulars on vaccination shall be entered in the passport.
Η ταυτότητα του ίππου προσδιορίζεται από διαβατήριο και σημειώνονται στο διαβατήριο οι ιδιαιτερότητες που αφορούν τον εμβολιασμό.
-
μονάδα
noun feminineAll pigs on the holding of origin shall be examined and related facilities must be inspected.
Όλοι οι χοίροι στη μονάδα προέλευσης πρέπει να εξετάζονται και οι σχετικές εγκαταστάσεις πρέπει να επιθεωρούνται.
-
Less frequent translations
- μοναδικότητα
- ομόνοια
- ταύτιση
- σύμπτωση
- αδιάσπαστο σύνολο
- ατομικότητα
- ενιστικός
- μονιστικός
- ολότητα
- ομοιομορφία
- το αδιαίρετο
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "oneness" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "oneness" with translations into Greek
-
τα έδωσα όλα
-
βασίζομαι · ποντάρω σε · προβλέπω · υπολογίζω
-
Μονοθεϊστικός Πεντηκοστιανισμός
-
Προς χάριν του
-
πέφτω και πλακώνω