Translation of "ornamental" into Greek
διακοσμητικός, καλλωπιστικός, διακοσμητική are the top translations of "ornamental" into Greek.
Serving to ornament; characterized by ornament; beautifying; embellishing. [..]
-
διακοσμητικός
adjective masculine— compound feed for dogs, cats, ornamental fish and fur animals.
— σύνθετες ζωοτροφές για σκύλους, γάτες, διακοσμητικά ψάρια και γουνοφόρα ζώα.
-
καλλωπιστικός
adjectivemeans plants of following species intended for agricultural or horticultural production but not for ornamental uses:
φυτά των κάτωθι ειδών που προορίζονται για γεωργική ή κηπευτική παραγωγή, εκτός από καλλωπιστική χρήση:
-
διακοσμητική
Their recreational function therefore outweighs their ornamental value.
Η ψυχαγωγική λειτουργία τους συνεπώς επισκιάζει τη διακοσμητική αξία τους.
-
Less frequent translations
- διακοσμητικό
- διακοσμητικό φυτό
- κοσμητικός
- καλλωπιστικό φυτό
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "ornamental" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "ornamental"
Phrases similar to "ornamental" with translations into Greek
-
Διακόσμηση · γαρνίρω · διακοσμήσεις · διακοσμητικό · διακοσμητικό θέμα · διακοσμώ · διακόσμηση · καλλωπίζω · κοσμώ · κόσμημα · μουσικές διακοσμήσεις · μουσική διακόσμηση · ομορφαίνω · ποίκιλμα · ποικίλματα · στολίδι · στολίζω
-
Καλλωπιστικά φυτά · καλλωπιστικά φυτά
-
διακόσμηση · καλλωπισμός · στολίδι
-
στολίδια αυτιών
-
Διακόσμηση · γαρνίρω · διακοσμήσεις · διακοσμητικό · διακοσμητικό θέμα · διακοσμώ · διακόσμηση · καλλωπίζω · κοσμώ · κόσμημα · μουσικές διακοσμήσεις · μουσική διακόσμηση · ομορφαίνω · ποίκιλμα · ποικίλματα · στολίδι · στολίζω
-
διακόσμηση · καλλωπισμός · στολίδι
-
Διακόσμηση · γαρνίρω · διακοσμήσεις · διακοσμητικό · διακοσμητικό θέμα · διακοσμώ · διακόσμηση · καλλωπίζω · κοσμώ · κόσμημα · μουσικές διακοσμήσεις · μουσική διακόσμηση · ομορφαίνω · ποίκιλμα · ποικίλματα · στολίδι · στολίζω