Translation of "outsider" into Greek

ξένος, αουτσάιντερ, τρίτος are the top translations of "outsider" into Greek.

outsider noun grammar

One who is not part of a community or organization. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • ξένος

    noun masculine

    But we didn't dare denounce them to protect an outsider.

    Μα κανείς δεν τολμούσε να αντιταχθεί στον Σουμπεράν για να υπερασπιστεί ένα ξένο.

  • αουτσάιντερ

    noun

    I know you feel excluded at times, an outsider in your own home.

    Ξέρω ότι αισθάνονται αποκλεισμένοι κατά καιρούς, ένα αουτσάιντερ στο δικό σας σπίτι.

  • τρίτος

    adjective

    Revenue from contracts for services provided to outside bodies against payment

    Έσοδα προερχόμενα από συμβάσεις παροχής υπηρεσιών για λογαριασμό τρίτων και έναντι αμοιβής

  • Less frequent translations

    • ανεξάρτητος
    • άγνωστος
    • άσχετος
    • ο απέξω
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "outsider" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "outsider" with translations into Greek

  • εκτός γάμου · εξωγαμιαίος · εξωσυζυγικός
  • έξω από τα καθιερωμένα · ανορθόδοξα · πρωτότυπα
  • Εξωτερική διάμετρος
  • έξω · απέξω · εκτός · εκτός από · εξωτερικό · εξωτερικός · παρουσιαστικό
  • έξω
  • προχωρώ πέρα από τα όρια [+Γεν.]
  • δεν ακολουθώ την πεπατημένη · ξεφεύγω από τα καθιερωμένα
  • εξωτερική πόρτα · εξώπορτα
Add

Translations of "outsider" into Greek in sentences, translation memory