Translation of "paid" into Greek
επί πληρωμή, μισθωτός are the top translations of "paid" into Greek.
paid
adjective
verb
Simple past tense and past participle of pay. [..]
-
επί πληρωμή
According to market research, passengers are not opposed to paid services.
Σύμφωνα με έρευνα της αγοράς, οι επιβάτες δεν εξέφρασαν αντιρρήσεις για την παροχή υπηρεσιών επί πληρωμή.
-
μισθωτός
adjective nounEmployed workers receiving a retirement pension cannot be excluded from any form of paid employment.
Οι μισθωτοί εργαζόμενοι στους οποίους χορηγήθηκε σύνταξη γήρατος δεν μπορούν να αποκλεισθούν από κάθε μορφή αμειβόμενης δραστηριότητας.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "paid" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "paid" with translations into Greek
-
αδρά αμειβόμενος · υψηλά αμειβόμενος
-
θέτω τέρμα σε κάτι · κανονίζω κάτι μια για πάντα
-
δεν έδωσε σημασία
-
ό,τι δίνεις, παίρνεις · όσα δίνεις, τόσα παίρνεις
-
ωρομίσθιος καθηγητής
-
χαμηλόμισθοι
-
άδεια μετ' αποδοχών
-
πιο ακριβοπληρωμένος
Add example
Add