Translation of "parallelable" into Greek
δυνάμενος να παραλληλισθεί is the translation of "parallelable" into Greek.
parallelable
adjective
grammar
Capable of being paralleled, or equalled.
-
δυνάμενος να παραλληλισθεί
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "parallelable" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "parallelable" with translations into Greek
-
συνδέω παράλληλα
-
γεωγραφικό πλάτος · ομοιότητα · παράλληλα · παράλληλο · παράλληλος · παραλληλίζομαι · παραλληλίζω
-
παράλληλος συντονισμός
-
Παράλληλος προγραμματισμός · παράλληλος υπολογισμός
-
Ζεύγος αντιπαραλλήλων διόδων
-
δίζυγο · μπάρα · παράλληλες μπάρες
-
παράλληλη συσκευή
-
Παράλληλη, προσανατολισμένη στο αντικείμενο γλώσσα προγραμματισμού
Add example
Add