Translation of "passionately" into Greek
παθιασμένα, από παρόρμηση are the top translations of "passionately" into Greek.
passionately
adverb
grammar
In a passionate manner. [..]
-
παθιασμένα
adverbI've created a woman in my mind and lived with her passionately.
Έπλασα μια γυναίκα στο μυαλό μου έζησα μαζί της παθιασμένα.
-
από παρόρμηση
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "passionately" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "passionately" with translations into Greek
-
η πέμπτη Κυριακή των Νηστειών
-
η έξαψη τού πάθους
-
φρούτο Passiflora mollissima
-
φρούτο του πάθους
-
σε μια έξαψη πάθους · στη δίνη τού πάθους
-
έρωτας · αγάπη · μεράκι · πάθη · πάθος · πόθος · ψώνιο
-
ένθερμος · αισθησιακός · διάπυρος · ευέξαπτος · ευερέθιστος · θερμόαιμος · θερμός · παθιάρης, -α · παθιασμένος · παράφορος · περιπαθής · φλογερός
-
έργο με Θεία Πάθη
Add example
Add