Translation of "paved" into Greek

λιθόστρωτος, ασφαλτοστρωμένος are the top translations of "paved" into Greek.

paved adjective verb

Covered in pavement; having a hard surface, as of concrete or asphalt. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • λιθόστρωτος

    adjective

    The old paved highways of Petra are still reserved exclusively for camels, horses, and donkeys.

    Οι αρχαίοι λιθόστρωτοι δρόμοι χρησιμοποιούνται ακόμη και σήμερα αποκλειστικά από καμήλες, άλογα και γαϊδούρια.

  • ασφαλτοστρωμένος

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "paved" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "paved" with translations into Greek

  • ανοίγω τον δρόμο · δημιουργώ τις προϋποθέσεις για · δρομολογώ · καθιστώ δυνατό, -ή · να ανοίξει το δρόμο · προετοιμάζω το έδαφος · στρώνω τον δρόμο, το έδαφος
  • ασφαλτοστρώνω · ασφαλτώνω · λιθοστρώνω · στρώνω
  • υλικό επίστρωσης
  • μηχανή λιθόστρωσης
  • πλακόστρωτο
  • ανοίγω το δρόμο
  • πεζοδρόμιο · στρωμένη επιφάνεια · υλικό επίστρωσης
  • δίολκος
Add

Translations of "paved" into Greek in sentences, translation memory