Translation of "perched" into Greek
γαντζωμένος, φωλιασμένος, χτισμένος are the top translations of "perched" into Greek.
perched
adjective
verb
grammar
Simple past tense and past participle of perch. [..]
-
γαντζωμένος
-
φωλιασμένος
-
χτισμένος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "perched" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "perched" with translations into Greek
-
γαντζώνομαι · εξέχουσα θέση · κάθομαι · καθηλώνομαι · κουρνιάζω · κούρνια · κρεμιέμαι · μονάδα μήκους · πέρκα · ράβδος · σκαρφαλώνω · τιμητική θέση · φωλιάζω
-
ποταμολάβρακο
-
γαντζώνομαι · εξέχουσα θέση · κάθομαι · καθηλώνομαι · κουρνιάζω · κούρνια · κρεμιέμαι · μονάδα μήκους · πέρκα · ράβδος · σκαρφαλώνω · τιμητική θέση · φωλιάζω
-
γαντζώνομαι · εξέχουσα θέση · κάθομαι · καθηλώνομαι · κουρνιάζω · κούρνια · κρεμιέμαι · μονάδα μήκους · πέρκα · ράβδος · σκαρφαλώνω · τιμητική θέση · φωλιάζω
Add example
Add