Translation of "perfectible" into Greek

τελειοποιήσιμος is the translation of "perfectible" into Greek.

perfectible adjective grammar

Able to be perfected; capable of perfection [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • τελειοποιήσιμος

    It represents some progress, but it is capable of being perfected rather than perfect as it stands.

    Αυτό ήδη αποτελεί πρόοδο, αλλά ο κανονισμός δεν είναι τέλειος, είναι τελειοποιήσιμος.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "perfectible" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "perfectible" with translations into Greek

  • ουδείς άσφαλτος
  • παρακείμενος · υπερσυντέλικος
  • χαρακτηριστικό παράδειγμα
  • η συνταγή τής καταστροφής · η τέλεια συνταγή
  • συντελεσμένος μέλλοντας · τετελεσμένος μέλλοντας
  • ατυχής συγκυρία · δυσμενής συγκυρία · επικίνδυνο κοκτέιλ · εφιαλτικό σενάριο · θανάσιμος συνδυασμός · ιδανικές συνθήκες · κοκτέιλ θανάτου · κυκεώνας · πρόσφορο έδαφος · συνταγή τής καταστροφής · τέλειος συνδυασμός
  • αποστομωτική απάντηση · πληρωμένη απάντηση
  • πλήρης κυριότητα
Add

Translations of "perfectible" into Greek in sentences, translation memory