Translation of "perseverant" into Greek
εμμένων, επιμένων, καρτερικός are the top translations of "perseverant" into Greek.
perseverant
adjective
grammar
Enduring; persistent. [..]
-
εμμένων
-
επιμένων
-
καρτερικός
-
Less frequent translations
- προσηλωμένος
- σταθερός
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "perseverant" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "perseverant" with translations into Greek
-
εμμένω · επιμένω
-
αντέχω · εγκαρτερώ · εμμένω · επιμένω · μπορώ
-
εγκαρτέρηση · επιμονή · καρτερικότητα
-
εμμονή · επιμονή · καρτερία · προσήλωση · σταθερότητα
-
εμμονή · επιμονή · καρτερία · προσήλωση · σταθερότητα
-
αντέχω · εγκαρτερώ · εμμένω · επιμένω · μπορώ
-
αντέχω · εγκαρτερώ · εμμένω · επιμένω · μπορώ
-
εμμονή · επιμονή · καρτερία · προσήλωση · σταθερότητα
Add example
Add