Translation of "phonemics" into Greek
φωνολογία, φωνηματική are the top translations of "phonemics" into Greek.
phonemics
noun
grammar
(linguistics) The study of phonemes and their written representations. [..]
-
φωνολογία
noun -
φωνηματική
noun - Γλωσσ., μόνο στον ενικόΚλάδος της φωνολογίας που ασχολείται με τον προσδιορισμό και την ταξινόμηση των φωνημάτων, καθώς και με τη μελέτη των συνδυασμών τους εντός των ποικίλων γλωσσικών συστημάτων· μελετά τους φθόγγους μιας γλώσσας όχι από φυσική άποψη αλλά από τη λειτουργική τους πλευρά, δηλαδή ως προς τη διαφοροποιητική τους λειτουργία και ως σύστημα αντιθέσεων (όπως δίνω/ πίνω/ λύνω/ χύνω/ τείνω) (ΣΥΝ φωνημική) [ΜΗΛΝΕΓ]
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "phonemics" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Add example
Add