Translation of "pinched" into Greek

αδύνατος is the translation of "pinched" into Greek.

pinched adjective verb

Simple past tense and past participle of pinch. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • αδύνατος

    adjective masculine
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "pinched" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "pinched" with translations into Greek

  • στριμώχνω κπ (στη γωνία)
  • ίσως
  • βλέπω το αποτέλεσμα · γίνεται αισθητό · γίνεται αντιληπτό · εισπράττω τα επίχειρα · πονάτε · σφίγγουν οι κώλοι · το συνειδητοποιώ
  • σε έσχατη ανάγκη · στην ανάγκη
  • λόρδα
  • έκτακτη ανάγκη · δυσκολεύω · ενοχλώ · ζαρώνω · ζορίζω · κλέβω · κόβω · μαγκώνω · παρεμποδίζω · πρέζα · πόνος · σουφρώνω · στενεύω · στενοχωρώ · στενοχώρια · στριμώχνω · σφίγγω · σύλληψη · τσίμπημα · τσιμπιά · τσιμπώ
  • χειρονομία τσιμπήματος
  • έχω πρόβλημα · αντιμετωπίζω δυσκολίες · ζορίζομαι οικονομικά · νιώθω την πίεση · πιέζομαι οικονομικά · προβληματίζομαι · στριμώχνομαι · συνειδητοποιώ τις συνέπειες · σφίγγουν οι κώλοι · υφίσταμαι την πίεση
Add

Translations of "pinched" into Greek in sentences, translation memory