Translation of "pioneering" into Greek
πρωτοποριακός is the translation of "pioneering" into Greek.
pioneering
adjective
noun
verb
grammar
Present participle of pioneer. [..]
-
πρωτοποριακός
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "pioneering" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "pioneering" with translations into Greek
-
εξερευνώ · κάνω την αρχή σε κάτι · καινοτόμος · ξεκινώ πρώτος · πιονέρος · πιονιέρος · πιονιέρος, πιονιέρισσα · προπορεύομαι · πρωθιερέας · πρωτεργάτης · πρωτοποριακός · πρωτοπορώ · πρωτοπόρος · πρωτουργός · πρόδρομος · σκαπανέας · σκαπανεύς
-
ο πρώτος διδάξας
-
εξερευνώ · κάνω την αρχή σε κάτι · καινοτόμος · ξεκινώ πρώτος · πιονέρος · πιονιέρος · πιονιέρος, πιονιέρισσα · προπορεύομαι · πρωθιερέας · πρωτεργάτης · πρωτοποριακός · πρωτοπορώ · πρωτοπόρος · πρωτουργός · πρόδρομος · σκαπανέας · σκαπανεύς
-
εξερευνώ · κάνω την αρχή σε κάτι · καινοτόμος · ξεκινώ πρώτος · πιονέρος · πιονιέρος · πιονιέρος, πιονιέρισσα · προπορεύομαι · πρωθιερέας · πρωτεργάτης · πρωτοποριακός · πρωτοπορώ · πρωτοπόρος · πρωτουργός · πρόδρομος · σκαπανέας · σκαπανεύς
-
εξερευνώ · κάνω την αρχή σε κάτι · καινοτόμος · ξεκινώ πρώτος · πιονέρος · πιονιέρος · πιονιέρος, πιονιέρισσα · προπορεύομαι · πρωθιερέας · πρωτεργάτης · πρωτοποριακός · πρωτοπορώ · πρωτοπόρος · πρωτουργός · πρόδρομος · σκαπανέας · σκαπανεύς
Add example
Add