Translation of "plasticity" into Greek
πλαστικότητα, δυνατότητα διαμόρφωσης, ελαστικότητα are the top translations of "plasticity" into Greek.
plasticity
noun
grammar
The quality or state of being plastic. [..]
-
πλαστικότητα
They are used in the production of ceramics to impart plasticity and unfired strength.
Χρησιμοποιείται στην παραγωγή κεραμικών προϊόντων για να προσδώσει πλαστικότητα και αντοχή ακαμίνευτου υλικού.
-
δυνατότητα διαμόρφωσης
-
ελαστικότητα
-
Less frequent translations
- ευπλαστότητα
- το εύπλαστο [+Γεν.]
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "plasticity" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "plasticity" with translations into Greek
-
Πλαστικός φορέας τσιπ με ακροδέκτες
-
πλαστικά απορρίμματα
-
Πλαστικό ενισχυμένο με ανθρακονήματα
-
Καλώδιο / Αγωγός πλαστικής μόνωσης
-
Πλαστική οπτική ίνα
-
Πλαστικό DIP
-
χυτό, μορφοποιημένο πλαστικό
-
Κυκλικός πλαστικός σύνδεσμος
Add example
Add