Translation of "poised" into Greek
άνετος, έτοιμος, βέβαιος για τον εαυτό μου are the top translations of "poised" into Greek.
poised
adjective
verb
grammar
Possessing poise, having self-confidence. [..]
-
άνετος
adjective -
έτοιμος
adjective -
βέβαιος για τον εαυτό μου
-
ψύχραιμος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "poised" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "poised" with translations into Greek
-
διατηρώ την ψυχραιμία μου · εξακολουθώ να ισορροπώ · παραμένω ατάραχος
-
βρίσκομαι σε ετοιμότητα για να · βρίσκομαι σε θέση [+Γεν.] · είμαι έτοιμος να · είμαι υπ' ατμόν να · ετοιμάζομαι να · παίρνω θέση [+Γεν.]
-
Πουάζ · άνεση · έτοιμος · αιωρούμαι · αντισταθμίζω · αξιοπρέπεια · ευστάθεια · ζυγιάζω · ισορροπία · ισορροπώ · παράστημα · ψυχραιμία
Add example
Add