Translation of "pragmatical" into Greek

αδιάκριτος, αλαζονικός, δραστήριος are the top translations of "pragmatical" into Greek.

pragmatical adjective grammar

pragmatic [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • αδιάκριτος

    adjective
  • αλαζονικός

    Adjective
  • δραστήριος

  • Less frequent translations

    • ενεργητικός
    • πολυπράγμων
    • πραγματικός
    • πραγματολογικός
    • πρακτικός
    • ρεαλιστικός
    • φαντασμένος
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "pragmatical" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "pragmatical" with translations into Greek

  • Πραγματιστική Κύρωση
  • Πραγματολογία · πραγματολογία
  • δογματισμός · θετικότητα · πραγματισμός · πραγματοκρατία · πρακτικότητα · ρεαλισμός · σχολαστικισμός
  • αδιάκριτος · αλαζονικός · αντικειμενικός · δογματικός · δραστήριος · ενεργητικός · θυμόσοφος · πολυπράγμων · πραγματικός · πραγματιστικός · πραγματολογικός · πρακτικός · προσγειωμένος · ρεαλιστικός · φαντασμένος
Add

Translations of "pragmatical" into Greek in sentences, translation memory