Translation of "praising" into Greek
έπαινος, αίνος, εγκώμιο are the top translations of "praising" into Greek.
praising
noun
adjective
verb
grammar
Present participle of praise. [..]
-
έπαινος
noun masculineHey, for Duncan, that was very high praise.
Hey, για το Duncan, το οποίο ήταν πολύ υψηλός έπαινος.
-
αίνος
NounHe made them “to be a name and a praise among all the peoples.”
Τους έκανε “να είναι όνομα και αίνος ανάμεσα σε όλους τους λαούς”.
-
εγκώμιο
nounIt was this liberal approach that Ferguson had in mind when he sang the praises of civil society.
Αυτή τη φιλελεύθερη έννοια είχε κατά νου ο Ferguson, όταν έπλεκε το εγκώμιο της κοινωνίας των πολιτών.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "praising" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "praising" with translations into Greek
-
· έπαινος · αίνος · διθύραμβοι · δοξάζω · δοξολογώ · εγκωμιάζω · εγκώμιο · εκθειάζω · εξαίρω · εξυμνώ · επαινώ · παίνεμα · παιάνας · παινεύω · υμνώ
-
αποσπώ επαίνους · εισπράττω επαίνους
-
επαινώ
-
· έπαινος · αίνος · διθύραμβοι · δοξάζω · δοξολογώ · εγκωμιάζω · εγκώμιο · εκθειάζω · εξαίρω · εξυμνώ · επαινώ · παίνεμα · παιάνας · παινεύω · υμνώ
-
· έπαινος · αίνος · διθύραμβοι · δοξάζω · δοξολογώ · εγκωμιάζω · εγκώμιο · εκθειάζω · εξαίρω · εξυμνώ · επαινώ · παίνεμα · παιάνας · παινεύω · υμνώ
-
· έπαινος · αίνος · διθύραμβοι · δοξάζω · δοξολογώ · εγκωμιάζω · εγκώμιο · εκθειάζω · εξαίρω · εξυμνώ · επαινώ · παίνεμα · παιάνας · παινεύω · υμνώ
-
· έπαινος · αίνος · διθύραμβοι · δοξάζω · δοξολογώ · εγκωμιάζω · εγκώμιο · εκθειάζω · εξαίρω · εξυμνώ · επαινώ · παίνεμα · παιάνας · παινεύω · υμνώ
Add example
Add