Translation of "pretrial" into Greek
προδικαστικός, προδικασία are the top translations of "pretrial" into Greek.
pretrial
adjective
noun
grammar
Pertaining to a preliminary trial. [..]
-
προδικαστικός
adj.που ανήκει ή που αναφέρεται στην προδικασία: Προδικαστικό υλικό. Προδικαστική απόφαση, πριν από την έκδοση της τελικής. | προδικαστικά (επίρρ.) [ΛΚΝ]
-
προδικασία
noun, fem. - Νομ.το σύνολο των ενεργειών που γίνονται από τις δικαστικές αρχές πριν από την τελική εκδίκαση μιας υπόθεσης (ανάκριση, συλλογή αποδεικτικών στοιχείων κτλ.): H υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας. [ΛΚΝ]
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "pretrial" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Add example
Add