Translation of "proclaimed" into Greek

εξαγγελθείς, προκηρυχθείς are the top translations of "proclaimed" into Greek.

proclaimed adjective verb

Simple past tense and past participle of proclaim. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • εξαγγελθείς

  • προκηρυχθείς

    He would proclaim the Charter of Fundamental Rights at a formal sitting on 12 December 2007, the day before the Treaty would be signed.

    Αναφέρει ότι θα προκηρύξει το Χάρτη των θεμελειωδών δικαιωμάτων επ' ευκαιρία πανηγυρικής συνεδρίασης στις 12 Δεκεμβρίου 2007, παραμονή της υπογραφής της Συνθήκης.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "proclaimed" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "proclaimed" with translations into Greek

  • αυτοανακηρύσσομαι
  • είστε επισήμως ανδρόγυνο · σας ανακηρύσσω ανδρόγυνο
  • αυτοανακηρυγμένος · αυτοαποκαλούμενος · αυτόκλητος · όπως λέει ο ίδιος
  • αναγγέλλω · ανακηρύσσω · διακηρύσσω · εκθειάζω · εξαγγέλλω · εξυμνώ · επαινώ
  • αυτοανακηρύσσομαι
  • αυτοανακηρυγμένος · αυτοαποκαλούμενος · αυτόκλητος · όπως λέει ο ίδιος
  • αναγγέλλω · ανακηρύσσω · διακηρύσσω · εκθειάζω · εξαγγέλλω · εξυμνώ · επαινώ
Add

Translations of "proclaimed" into Greek in sentences, translation memory