Translation of "profaner" into Greek
βεβηλωτής is the translation of "profaner" into Greek.
profaner
noun
adjective
grammar
One who profanes. A person who desecrates or defiles. [..]
-
βεβηλωτής
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "profaner" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "profaner" with translations into Greek
-
βεβήλωση
-
· αμύητος · ανίερος · ανόσιος · βέβηλος · βεβηλώνω · βλάσφημος · διαστρέφω · διαφθείρω · ειδωλολατρικός · εξαχρειώνω · ιερόσυλος · μιαίνω
-
Χυδαιολογία · αθυροστομία · αισχρολογία · ανοσιούργημα · ασέβεια · βλαστήμια · βλασφημία
-
· αμύητος · ανίερος · ανόσιος · βέβηλος · βεβηλώνω · βλάσφημος · διαστρέφω · διαφθείρω · ειδωλολατρικός · εξαχρειώνω · ιερόσυλος · μιαίνω
Add example
Add