Translation of "proficiency" into Greek
ικανότητα, γνώση, ευχέρεια are the top translations of "proficiency" into Greek.
proficiency
noun
grammar
Ability, skill, competence. [..]
-
ικανότητα
noun feminineShe and her husband, Joachim, read books on the occult and became proficient in reading tarot cards.
Μαζί με το σύζυγό της, τον Γιόαχιμ, διάβαζαν αποκρυφιστικά βιβλία και απέκτησαν την ικανότητα να διαβάζουν κάρτες ταρό.
-
γνώση
noun femininePupils must thereby of course also be proficient in at least their mother tongue.
Προϋπόθεση γι' αυτό είναι βέβαια επίσης η σωστή χρήση και η τέλεια γνώση της μητρικής γλώσσας.
-
ευχέρεια
-
Less frequent translations
- επάρκεια
- επαρκής γνώση
- πρόοδος
- κατάρτιση
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "proficiency" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "proficiency" with translations into Greek
-
επίπεδο επάρκειας
-
ειδήμονας · επαρκής · επιδέξιος · ευχερής · ικανός · καλά · καλός γνώστης · πεπειραμένος
-
επίπεδο επάρκειας
-
ειδήμονας · επαρκής · επιδέξιος · ευχερής · ικανός · καλά · καλός γνώστης · πεπειραμένος
-
ειδήμονας · επαρκής · επιδέξιος · ευχερής · ικανός · καλά · καλός γνώστης · πεπειραμένος
Add example
Add