Translation of "prohibitive" into Greek
απαγορευτική, απαγορευτικός, πολύ ακριβός are the top translations of "prohibitive" into Greek.
prohibitive
adjective
noun
grammar
Tending to prohibit, preclude, or disallow. [..]
-
απαγορευτική
However, undertaking such checks on each project each year would result in prohibitive costs.
Ωστόσο, η ετήσια διενέργεια τέτοιου είδους ελέγχων για κάθε έργο θα ήταν απαγορευτική από πλευράς κόστους.
-
απαγορευτικός
adjectiveThe prohibition rule of Article 81(1)
Ο απαγορευτικός κανόνας του άρθρου 81 παράγραφος 1
-
πολύ ακριβός
-
Less frequent translations
- τσουχτερός
- απλησίαστος
- απρόσιτος
- πανάκριβος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "prohibitive" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "prohibitive" with translations into Greek
-
απαγορεύω
-
· απαγορεύω · αποτρέπω · εμποδίζω
-
απαγόρευση διασκορπισμού των ακάθαρτων υδάτων
-
απαγορευτικά
-
απαγόρευση · ποτοαπαγόρευση
-
Οργανισμός για την Απαγόρευση των Χημικών Όπλων
-
απαγορευμένος · απαγορεύεται το
-
απαγορευμένο όπλο
Add example
Add