Translation of "prosecution" into Greek
δίωξη, άσκηση, εισαγγελία are the top translations of "prosecution" into Greek.
The act of prosecuting a scheme or endeavor. [..]
-
δίωξη
nounThe pursuit of legal proceedings, particularly criminal proceedings. [..]
Failure to declare such items may result in a fine or criminal prosecution.
Η παράλειψη δήλωσης τέτοιων προϊόντων ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα την επιβολή προστίμου ή ποινική δίωξη.
-
άσκηση
nounAnd experience has shown the difficulties of making a success of administrative inquiries in terms of prosecutions.
Η εμπειρία δείχνει ότι υπάρχουν δυσχέρειες προκειμένου να καταλήξουν οι επιτόπου διοικητικές έρευνες στην άσκηση ποινικών διώξεων.
-
εισαγγελία
Likewise, the specialised prosecution and courts still need to establish a track record of effectively tackling important cases.
Ομοίως, η εξειδικευμένη εισαγγελία και τα εξειδικευμένα δικαστήρια χρειάζεται ακόμα να δημιουργήσουν ένα ιστορικό αποτελεσματικής αντιμετώπισης σημαντικών υποθέσεων.
-
Less frequent translations
- αγωγή
- δίκη
- καταδίωξη
- ποινική δίωξη
- δικαστική δίωξη
- μήνυση
- συνέχιση
- εκτέλεση
- εισαγγελική αρχή
- κατηγορούσα αρχή
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "prosecution" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "prosecution" with translations into Greek
-
ασκώ αγωγές · ασκώ δίωξη κατά · διεκπεραιώνω δικαστικά · διεξάγω · διώκω · ενασχολούμαι · ενεργώ δικαστικώς κατά [+Γεν.] · κάνω μήνυση σε · καταγίνομαι · καταδιώκω · καταπιάνομαι
-
ποινική αγωγή
-
εισαγγελέας · κατήγορος