Translation of "prospective" into Greek
εφικτός, επιτεύξιμος, πραγματοποιήσιμος are the top translations of "prospective" into Greek.
prospective
adjective
noun
grammar
Likely or expected to happen or become. [..]
-
εφικτός
adjective -
επιτεύξιμος
-
πραγματοποιήσιμος
adjective
-
Less frequent translations
- πραγματώσιμος
- ενδεχόμενος
- πιθανός
- υλοποιήσιμος
- υποψήφιος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "prospective" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
Prospective
-
Πιθανός, ενδεχόμενος
Phrases similar to "prospective" with translations into Greek
-
μεταλλευτική έρευνα
-
πιθανός χρήστης
-
υποψήφιος πελάτης
-
οικονομική συγκυρία
-
άποψη · διερευνώ · ελπίδα · ενδεχόμενο · θέα · μέλλον · προοπτική · προοπτικη,ενδεχομενο · προσδοκία · υποψήφιος
-
αυξάνω την πιθανότητα · δημιουργώ την προοπτική · εγκυμονώ τον κίνδυνο · κάνω λόγο για πιθανότητα
-
τεχνολογική πρόβλεψη
-
κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει
Add example
Add