Translation of "provoker" into Greek

προβοκάτορας is the translation of "provoker" into Greek.

provoker noun grammar

A person who provokes; a troublemaker [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • προβοκάτορας

    noun
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "provoker" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "provoker" with translations into Greek

  • βασανίζω · δεν αφήνω σε χλωρό κλαρί · διεγείρω · ενοχλώ · εξάπτω · εξοργίζω · επιβαρύνω · ερεθίζω · καλλιεργώ · καλώ · κατατρέχω · κυνηγώ · παρακινώ · πιλατεύω · προκαλώ · προτρέπω · πυροδοτώ · τσιγκλώ
  • βαθυστόχαστος
  • εγειρει σκεψεις
  • εκνευριστικός · προκλητικός
  • εκνευριστικός · προκλητικός
  • εκνευριστικός · προκλητικός
  • βασανίζω · δεν αφήνω σε χλωρό κλαρί · διεγείρω · ενοχλώ · εξάπτω · εξοργίζω · επιβαρύνω · ερεθίζω · καλλιεργώ · καλώ · κατατρέχω · κυνηγώ · παρακινώ · πιλατεύω · προκαλώ · προτρέπω · πυροδοτώ · τσιγκλώ
  • βασανίζω · δεν αφήνω σε χλωρό κλαρί · διεγείρω · ενοχλώ · εξάπτω · εξοργίζω · επιβαρύνω · ερεθίζω · καλλιεργώ · καλώ · κατατρέχω · κυνηγώ · παρακινώ · πιλατεύω · προκαλώ · προτρέπω · πυροδοτώ · τσιγκλώ
Add

Translations of "provoker" into Greek in sentences, translation memory