Translation of "put-on" into Greek

απάτη, δόλος, θεατρινισμός are the top translations of "put-on" into Greek.

put-on noun grammar

A deception, hoax, or practical joke. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • απάτη

    noun feminine
  • δόλος

    noun
  • θεατρινισμός

    noun
  • Less frequent translations

    • καραγκιοζιλίκι
    • προσποιητός
    • φάρσα
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "put-on" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "put-on" with translations into Greek

  • ανοίγω τα χαρτιά μου · δείχνω τα χαρτιά μου · φανερώνω τα χαρτιά μου
  • δίνω τα πάντα για κτ
  • παίζω τη ζωή μου κορόνα γράμματα · ρισκάρω τη ζωή μου
  • δικάζω · καθίζω στο εδώλιο · καθίζω στο σκαμνί · οδηγώ σε δίκη · παραπέμπω σε δίκη · προσάγω σε δίκη
  • δείχνω, κάνω κουράγιο · προσπαθώ να φανώ θαρραλέος
  • καμώνομαι
  • βάζω το χέρι μου στη φωτιά · κόβω το κεφάλι μου · πέφτω στη φωτιά (για κπ ή κτ)
  • προειδοποιώ
Add

Translations of "put-on" into Greek in sentences, translation memory