Translation of "puzzled" into Greek

αμήχανος, απορημένος, γεμάτος απορία are the top translations of "puzzled" into Greek.

puzzled adjective verb grammar

Confused or perplexed. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • αμήχανος

    Adjective
  • απορημένος

    Don't look so puzzled.

    Μην φαίνεστε τόσο απορημένος.

  • γεμάτος απορία

  • Less frequent translations

    • εν απορία
    • ερωτηματικός
    • σαστισμένος
    • σε αμηχανία
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "puzzled" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "puzzled" with translations into Greek

  • αποκρυπτογραφώ · βγάζω άκρη από · κάνω · ξεδιαλύνω
  • πρόβλημα για δυνατούς λύτες
  • λύτης σταυρολέξων
  • αίνιγμα · παζλ
  • λεξίγριφος
  • προβληματίζομαι για, με κτ
  • Γρίφος · αίνιγμα · απορία · βρίσκομαι σε αμηχανία · γρίφος · εκπλήσσω · καταπλήσσω · μπερδεύομαι · μπερδεύω · παζλ · περιπλέκω · προβληματίζω · προκαλώ απορία · σαστίζω · σπαζοκεφαλιά · φέρνω σε αμηχανία
  • απορημένος
Add

Translations of "puzzled" into Greek in sentences, translation memory