Translation of "radicalize" into Greek

ριζοσπαστικοποιώ, φανατίζω are the top translations of "radicalize" into Greek.

radicalize verb grammar

To make radical. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • ριζοσπαστικοποιώ

    verb

    (transitive) to make radical

  • φανατίζω

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "radicalize" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "radicalize" with translations into Greek

  • ισλαμικός εξτρεμισμός · ισλαμικός ριζοσπαστισμός
  • ριζοσπαστικοποίηση
  • σύμβολο ρίζας
  • Χημική ρίζα · αντιεξουσιαστής · αριστερός · βάση · δραστικός · εκ θεμελίων · θέμα · ολοσχερής · ομάδα · προβοκάτορας · ρίζα · ριζικός · ριζοσπάστης · ριζοσπαστικός · χημική ρίζα
  • Μεθυλένιο (ένωση) · μεθυλένιο
  • ριζοσπάστης φοιτητής
  • επιρροή ακραίων (στοιχείων) · επιρροή τών ριζοσπαστών
  • ριζοσπαστική καινοτομία
Add

Translations of "radicalize" into Greek in sentences, translation memory