Translation of "rashness" into Greek
απερισκεψία, τόλμη are the top translations of "rashness" into Greek.
rashness
noun
grammar
The quality of state of being rash; inconsiderate or presumptuous haste; headstrong precipitation in decision or action; temerity; unwarranted boldness. [..]
-
απερισκεψία
nounI ask you to reconsider the rash course you've undertaken.
Θα σας ζητήσω να ξανασκεφτείτε την απερισκεψία σας.
-
τόλμη
noun
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "rashness" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "rashness" with translations into Greek
-
άκριτος · άστοχος · αβασάνιστος · απερίσκεπτος · αστόχαστος · αψήφιστος · αψυχολόγητος · εξάνθημα · εξανθήματα · επικίνδυρος · επιπόλαιος · ερύθημα · κοκκινίλα
-
εξάνθημα
-
απόκοτος · παράτολμος
-
αβασάνιστη απόφαση · βιαστική απόφαση
-
άκριτος · άστοχος · αβασάνιστος · απερίσκεπτος · αστόχαστος · αψήφιστος · αψυχολόγητος · εξάνθημα · εξανθήματα · επικίνδυρος · επιπόλαιος · ερύθημα · κοκκινίλα
-
άκριτος · άστοχος · αβασάνιστος · απερίσκεπτος · αστόχαστος · αψήφιστος · αψυχολόγητος · εξάνθημα · εξανθήματα · επικίνδυρος · επιπόλαιος · ερύθημα · κοκκινίλα
-
άκριτος · άστοχος · αβασάνιστος · απερίσκεπτος · αστόχαστος · αψήφιστος · αψυχολόγητος · εξάνθημα · εξανθήματα · επικίνδυρος · επιπόλαιος · ερύθημα · κοκκινίλα
-
άκριτος · άστοχος · αβασάνιστος · απερίσκεπτος · αστόχαστος · αψήφιστος · αψυχολόγητος · εξάνθημα · εξανθήματα · επικίνδυρος · επιπόλαιος · ερύθημα · κοκκινίλα
Add example
Add